Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Οκτώβρης-Φλεβάρης

Ήτανε Οκτώβριος, αν θυμάμαι καλά και ο ιδρώτας με πλημμύριζε και μούσκευε τα σεντόνια. Δύο και έξι η ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Το κινητό μου κάθε φορά που δεν χτυπούσε ήσουνα εσύ και κάθε φορά που χτύπαγε ήταν ο από πάνω. Δύο και εφτά, δύο και δέκα και πάει λέγοντας. Πόσο θα θελα να σουν εσύ ο από πάνω και πόσο θα θελα να σουν εσύ πάνω μου και ο ιδρώτας σου να πλημμύριζε το σώμα μου και το σώμα μου με τη σειρά του τα σεντόνια μου. Δυο και είκοσι σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήγα στην κουζίνα. Ετοίμασα δείπνο για δύο. Όχι από συνήθεια, έχω να σε δω τόσο καιρό άλλωστε που δε θα έστεκε κάτι τέτοιο. Απλώς, να ρε παιδί μου, δεν έχει νόημα να μαγειρεύεις για έναν. Καλύτερα να κάνεις ένα τοστ ή κάτι παρόμοιο. Μαγειρεύω για δύο πάντα, λοιπόν, και την άλλη μερίδα την τρώω το βράδυ. Σήμερα όμως είναι ήδη βράδυ και δεν τα υπολόγισα καλά. Τι θα απογίνει η δεύτερη μερίδα? Γέμισα δύο πιάτα και τα τοποθέτησα αντικριστά. Κάθισα στη μία μεριά, χαμογέλασα και έφαγα μια μπουκιά. Ύστερα σηκώθηκα και κάθισα από την άλλη. Έκανα κάτι παρόμοιο και ξαναάλλαξα θέση. Μπουκιά στη μπουκιά πιάσαμε κουβέντα και ξεχαστήκαμε. Σε λίγο έβαλα και κρασί. Όχι ο,τι κι ο,τι, από κείνο το κατακόκκινο που μου έκανα δώρο στην επέτειό μας και το φυλάω για ειδικές περιστάσεις. Η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλάβω. Με πήρε ο ύπνος καθισμένη στην καρέκλα με το κεφάλι πεσμένο πάνω στο τραπέζι. Όταν ξύπνησα είχε φτάσει Δεκέμβρης κι εγώ δεν ήμουν εκεί. Γι' αυτό στα γράφω όλα αυτά. Αναρωτιέμαι. Τι σκατά απέγινα? Κανείς δεν μου απαντά. Αυτό που με τρομάζει περισσότερο απ όλα είναι ότι και εγώ η ίδια δεν ξέρω να απαντήσω. Όπως ποτέ δεν ήξερα να απαντήσω στο ποια είμαι, τι είμαι και τι θα απογίνω όταν σε συναντούσα. Μόνο όταν σε συναντούσα. Τι είναι αυτό; δεν μοιάζει να ναι γοητευτικά ούτε ερωτεύσιμο. Εγώ στη θέση σου θα με παρατούσα. Σηκώθηκα και έστριψα δυο τσιγάρα, κι ας με λένε τρελή. Στο τρίτο μάλιστα έριξα και λίγο χόρτο μέσα. Είναι τόσο τεράστιες οι φρίκες μου πλέον που δεν παίζει να με πιάσει άσχημα. Μόνο να με χαλαρώσει μπορεί. Ξάπλωσα στον καναπέ και άρχισα να παρατηρώ το ταβάνι. Η υγρασία είχε σχηματίσει μαύρα στίγματα ανά τόπους δίνοντάς του μια κυβοφουτουριστική αίσθηση. Κυβοφουτουριστική... Τσσσς... Πολύ ψαγμένη λέξη ρε παιδί μου! Η αλλαγή του χρόνου με βρήκε να τα λέω με κάτι μαστουρωμένες σκέψεις και ένα ταβάνι. Το ταβάνι και ο καναπές μου. Δεν είναι κακοί σύντροφοι. Αλλά συνήθως το παρεάκι αυτό, εγώ το ταβάνι και ο καναπές συνοδεύεται και από κάτι τρίτο. Άυλο βέβαια. Σκέψεις. Είναι αυτές που πάντα απευθύνονται στο παρελθόν και στο μέλλον. Σε φανταστικά δηλαδή πράγματα. Ο έλλογος νους. Είναι δηλαδή αυτός που έρχεται συνοδευόμενος από καταθλίψεις και φρίκες. Σαν πολλοί να μαζευτήκαμε μέσα σ' ένα δωμάτιο. Εγώ όμως είμαι ύλη, δεν είμαι άυλη. Και δεν θα κάνω παρέα με άυλους. Εκτός αυτόν από τους Ψυχόδραμα, αν τύχει και τον γνωρίσω. Είσαι αυτό που λες, λένε. Είμαι λοιπόν ένα γατί και μου αρέσουν τα χάδια και οι αγκαλιές. Την επόμενη φορά που θα καθίσω στον καναπέ θέλω να ρθεις να σου τρίβομαι. Έτσι δεν κάνουν τα γατιά; Θα χώνω τη μουσούδα μου στο λαιμό σου και θα γουργουρίζω απ' την κοιλιά. Εσύ θα στραβομουτσουνιάζεις, θα ξεφυσάς και θα τραβιέσαι πιο κει. Κι εγώ θα το βρίσκω αστείο όπως πάντα και θα γελάω συνέχεια και μετά θα με λες χαζή και θα χεις δίκιο. Έτσι κι αλλιώς πάντα έχεις δίκιο εσύ. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως είναι κάπως βαρετό αυτό. Αφαιρεί κάθε νόημα από τον όποιο διάλογο. Αν ήμουν εσύ, μπορεί και να με βαριόμουνα. Ναι, ναι -σίγουρα θα με βαριόμουνα. Κάπως έτσι και χειρότερα έφτασε ο Φλεβάρης αλλά ο ιδρώτας δεν είχε στεγνώσει ακόμα από τα σεντόνια.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου