Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Καλημέρα κόσμε


Καλημέρα κόσμε. Γεια σε όλους , σχεδόν. Καλημέρα πόλη και καλημέρα πεζοδρμιο.
Στο πεζοδρόμιο , στο Βαρδάρη. Περπατούσα και λαχάνιαζα , τρικάκια σκόρπια και λίγο πιο πέρα μπάτσοι.
Ολόκληρη η πόλη σε ένα πεζοδρόμιο. Ολόκληρος κόσμος σε ένα πεζοδρόμιο. Σε αυτό το πεζοδρόμιο.
Θα ήθελα να περπατήσω με τα πόδια κάποιας άλλης. Θα ήθελα να δω αυτόν τον κόσμο μέσα από τα μάτια κάποια άλλης.
Ο μοναδικός μου ρόλος είναι να τρώω γύρο από το "Βαρδάρης" στη γωνία ή να κατεβαίνω μασκαρεμένη να κυνηγήσω φασίστες.
Ναι λίγο πιο πέρα έχουν κάνει χαρακίρι. Νομίζουν εσφαλμένα ότι ο κόσμος είναι δικός τους και νομίζουν ότι το πεζοδρόμιο τους ανήκει. Όχι για πολύ ακόμη, μου το υποσχέθηκες. Θέλω να λέω Καλημέρα χωρίς σχεδόν . Θέλω ένα πεζοδρόμιο που μυρίζει ευκάλυπτο και δεν χωράει σβάστιγες
Το πιο ερωτικό πεζοδρόμιο στον κόσμο. Από ένα γρήγορο πήδημα μέχρι τον πιο πληρωμένο έρωτα.
Σε αυτό το χώρο, σε αυτό το πεζοδρόμιο , σε αυτές τις πολυκατοικίες και στα πιο όμορφα υπόγεια γύρω από την πλατεία του Βαρδαρίου ζουν τα παιδιά μιας χαμοζωής.
Της ζωής που κανείς μας δεν έχει το θάρρος να διεκδικήσει γιατί το μέλλον μας , αν και φανταστικό - δεν υπάρχει , νομίζουμε ότι θα μας αναδείξει σιγά σιγά μέσα από τον βούρκο της πολυτέλειας που θα θέλαμε ή ακόμη καλύτερα της πολυτέλειας που μας επιβάλανε για πολυτέλεια.
Αυτά τα παιδιά τα λένε αλήτες ή αλάνια ή τσογλάνια ή χαμένα κορμιά. Ίσως είναι λίγο απ' όλα αυτά. Δεν είναι όμως εγκληματίες όπως αυτοί στη γωνία ή όπως αυτοί λίγο πιο πάνω που το έχουν κάνει γκέτο. Αλλά είπαμε δεν θα είναι για πολύ ακόμη ζωντανοί ούτε αυτοί ούτε αυτοί.
Τα παιδιά αυτά δεν είναι μισάνθρωποι σαν κάτι άλλους που έρχεται η σειρά τους. Τα παιδιά αυτά έχουν φιλότιμο και αγαπούν τη ζωή και προπαντός τον έρωτα. Είναι σαν τα πετεινά του ουρανού. Δεν μεριμνούν για το αύριο. Μάχονται και μάχονται το κράτος και τον φλογερό εαυτό τους.

Για τους εαυτούς μας μιλάω.
Για μένα που όσο κι αν μεγάλωσα ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω αυτό το αξιοθαύμαστο ταλέντο μου να τα κάνω πάντα όλα τόσο σκατά.
Για σένα που εναποθέτεις την επίτευξη της ευτυχίας σου σε ένα εντελώς ανίκανο άτομο να στην προσφέρει (ναι, για μένα μιλάω πάλι).
Για αυτήν εκεί που δεν λέει να καταλάβει πως τα όνειρά μας είναι αδιανόητα και κυκλοφορεί φορώντας το βλέμμα της ελπίδας αγνοώντας τις καταστροφικές συνέπειες της μέρας που θα έρθει η Θεία Συνειδητοποίηση.
Για εκείνον που το ζει ακόμα στο τέρμα χωρίς να του περνάει καν από το μυαλό ότι μετά το τέρμα υπάρχει μόνο τέρμα τα αστεία.
Για όλους εμάς και την απίστευτη επιμονή μας να εθελοτυφλούμε απέναντι στη ματαιότητα που μας περιβάλει.
Ανάβω ακόμα ένα τσιγάρο κι ας έχω γαμηθεί όλο το βράδυ στο κάπνισμα και παρατηρώ την πόλη που ξημερώνει από ψηλά. Προσπαθώ να σπάσω την ησυχία λέγοντας βλακείες που ούτε εγώ αντέχω να ακούω. Είκοσι έξι χρόνια πέρασαν κι ακόμα δεν εκτίμησα την αξία της σιωπής. Στο τέλος το συνειδητοποιώ και το βουλώνω. Αρχίζω να μιλάω με τα δάχτυλα περιμετρικά του αυτιού σου. Τα βλέφαρά μου βαραίνουν, το κρύο μου τσακίζει τα κόκαλα και οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν για ακόμα μια φορά.
Καληνύχτα πόλη και καληνύχτα τοίχε που πριν λίγο μαγάρισα με τα χαζά μου στιχάκια. Γεια σε όλους, σχεδόν. Καληνύχτα κόσμε.


trww furo

ωραια το τελειωσα στο εστειλα

κι εγώώώώώ

τελειααα

χαχαχα
χαζες

σημερα ειναι η μερα μου αραζω, μια μερα εχω και γω μεσα στην εβδομαδα ας το χαρω!!! (αντι να ειμαι εξω και να παρταρω,, ωραια)

αντί να είσαι έξω και να ζεις κάθεσαι και γράφεις αυτά που δεν ζεις

xaxaxaxa
trww furo pantws apo kei 

kai katevainw gia poreies 
kati einai kai ayto

furo?

gyro



https://www.youtube.com/watch?v=nlQ3lJ2U2fM






Η μέρα είναι υπέροχη

 
Η μέρα είναι υπέροχη
όλοι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους
κουκουλωμένοι κάτω από πικεδένιες κουβέρτες
με μοβ βούλες
κουλουριασμένοι στον καναπέ
με μια τεράστια γαβάθα ποπ κορν στα χέρια
-από κείνα τα κίτρινα που δίνουν στο σινεμά
και πάντα αναρωτιόμουν πώς τα κάνουν τόσο νόστιμα-
κάθονται μπροστά από τη μεγάλη οθόνη
που εκπέμπει ασπρόμαυρα παράσιτα
και βγάζει ένα γρατζουνιστό ήχο
που σου τρυπάει τα αυτιά
προσμένοντας με αγωνία
τις προσταγές της επόμενης μέρας.

Βγήκα κι εγώ για να σε ψάξω
με την ελπίδα ότι δε θα σαι απ' αυτούς
να σε πετύχω σε κανά στενό τυχαία
να κουνήσω τυπικά το κεφάλι
και να ψελίσω ένα 'τι λέει?'
κι ύστερα να συνεχίσω δεν-ξέρω-για-που
τίποτα άλλο βασικά
μόνο
αυτό

 
"αυτό, αυτό, αυτό είναι σωστό..."
Τους βαρέθηκα, ένα καινούργιο σύνθημα δεν θα βγάλουν;
Είπα να μην κατέβω στην πορεία, είπα ότι δεν έχει νόημα να παίζω το ποντίκι με τη γάτα.
Κωλόμπατσοι.
Αλλά εσύ γιατί ήρθες σήμερα;
Καιρό είχα να σε δω και την τελευταία φορά που σε είδα ήταν σε ένα από τα αποτυχημένα ραντεβού μας σε αυτή εδώ την πλατεία. Κοίτα σύμπτωση. Το κάλεσμα ήταν εδώ, δεν συνηθίζεται.
Άκου λοιπόν, αφού ήρθες, μείνε, σήμερα σε χρειαζόμαστε. Όχι, δεν θα σου πω ότι είμαι ερωτευμένη μαζί σου, θα σου πω να μείνεις γιατί χρειάζεται ρε παιδί μου να είσαι και εσύ εδώ. Δε βλέπεις απέναντι τι γίνεται; όχι, δεν σου λέω να μείνεις για μένα ούτε για μας αλλά για όλους εμάς, για το κίνημα ρε παιδί μου. Μη φεύγεις, πάλι φεύγεις; έχει σημασία και νόημα έχει. Γύρνα πίσω . 
Ο ήλιος έλαμπε αλλά η μέρα ήταν κάπως μουντή.



η πρώτη φράση

η πρώτη φράση ήταν αυτή που δεν ήθελα να ακούσω
μάζεψα τα πράγματά μου και χάζεψα λίγο την εικόνα απέναντί μου
με το στόμα ανοιχτό και τα σαλάκια να στάζουν
το σώμα πάνω στο σώμα δεν έλεγε να ξεκολλήσει
και η φαντασία να οργιάζει
γι αυτό έβαλα στην τσάντα μου την πραγματικότητα και έφυγα.
Χωρίζω τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες εγώ ανήκω σε εκείνους που έρχονται και φεύγουν
εσύ είσαι στην άλλη κατηγορία στους ανθρώπους που έρχονται για να φύγουν.
Στο πέρασμα από τη μία στάση στην άλλη είναι εύκολο να ξεχάσεις κάτι , εσύ ξέχασες τα κλειδιά μου
και έτρεξα πίσω χιλιόμετρα να τα βρω.
Το τρέξιμο μου προκαλεί ταχυκαρδία και η καρδιά μου έσπασε και έγινε χίλια κομμάτια σε μια λεωφόρο,
βιαστικοί περαστικοί και πλαστικές μηχανές την τσαλαπάτησαν και την άφησαν εκεί, σαν το σκυλί στο αμπέλι.



Το Σαντοσκυλίστοαμπέλι έμεινε μόνο και αναρωτήθηκε:

τι θέλω εγώ εδώ;
γιατί μ' αφήσαν μόνο;
τι σημαίνει αυτή η παρομοίωση;
γιατί μιλάω σαν ηλίθιο;
πότε θα κάνει ξαστεριά;

και άλλα πολλά τέτοια

στο τέλος ανακάλυψε τον μαγικό κόσμο της αυτάρκειας κι έζησε αυτό καλά
κι αυτό καλύτερα

πάλι ξέχασα, όμως, πού σκατά το πήγαινα όλο αυτό
και να δεις που και να με ρωτήσεις δεν θα μπορώ να θυμηθώ
ούτε καν την πρώτη φράση

το φανάρι είναι πορτοκαλί

τώρα αυτός εδώ ο τύπος έχει σπάσει τα μούτρα ενός άλλου τύπου
ποιος ξέρει πως μοιάζει αυτός ο άλλος

τώρα αυτή εδώ η τύπισσα έχει στήσει το ραντεβού της κατά μία ώρα
ποιος ξέρει αν το ραντεβού είναι ακόμη εκεί

τώρα αυτός εκεί ο τύπος με κοζάρει
σαν άγριο ζώο που ξύπνησε μόλις από χειμερία νάρκη
θα του σπάσω τα μούτρα με την πρώτη ευκαιρία

πολύ μου τη σπάει αυτό το στυλάκι της με το ένα φρύδι σηκωμένο όλη την ώρα
και τα πόδια σταυρωμένα

τώρα αυτή εδώ γυρνάει σπίτι μόνη από τη δουλεία

αυτός εκεί μαλώνει στο τηλέφωνο με τον πατέρα του και φωνάζει , φωνάζει

τώρα αυτός εκεί σκέφτεται τι θα φάει σήμερα και χαμογελάει

τώρα αυτός εκεί σκέφτεται πως δεν έχει τι να φάει σήμερα και ...

τώρα αυτή εκεί λέει σε αυτόν εκεί για τις προπέρσινες διακοπές της στη Πάρο
και αυτός εκεί κουνάει το κεφάλι καταφατικά, φαίνεται να αδιαφορεί
και σκέφτεται σε ποια στάση θα κατεβαίνει

τώρα αυτή εκεί τα ρίχνει σε αυτόν εκεί και σε λίγο κατεβαίνουν μαζί

τώρα αυτός εκεί φωνάζει να κάνουμε χώρο να περάσει

τώρα αυτός , αυτός , αυτός , αυτή και αυτή παραπατάνε και είναι μεθυσμένοι

τώρα είμαι εγώ εδώ που προσπαθώ να σου φτιάξω κάποιες εικόνες
και θα προσπαθώ πάντα να έχω κάτι να σου πω

και ξέρεις έχει περισσότερη πλάκα να τους παρατηρείς όλους αυτούς μετά απο μια γεμάτη μέρα
που ήδη έχεις πάθει οβερντόουζ και θέλεις απλά να πέσεις ξερός στο κρεβάτι σου
άλλα όχι μόνος

άλλα είσαι μόνος

και έτσι είναι που να πάρει
θα σου μιλάω βουβά μέχρι να φτάσω σπίτι
και θα σου λέω τι είδα και τι άκουσα

που να πάρει , σου μιλάω

θέλω να σου πω τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες του κόσμου και τις πιο αποτυχημένες
σήμερα κανένα φανάρι δεν μας σταμάτησε
πάντα για λίγο δεν σταματούσαμε
δεν είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό?
δεν πας "γαμιώντας" αλλά δεν χάνεις και χρόνο
αν και εμένα μου αρέσει το κόκκινο φανάρι
όταν το φανάρι είναι κόκκινο νοιώθω ότι ο χρόνος παγώνει και τους κάνω όλους στο μυαλό μου πάουζ και έτσι βγάζω ιστορίες για τον καθένα γύρω μου
και έτσι έχω περισσότερα να σου πω
αλλά σήμερα δεν πρόλαβα να σου πω για εκείνον τον παππούλη που μάλλον ...
το φανάρι ήταν πορτοκαλί



Κόλλησα στην κίνηση πάλι γαμώτο
και θα κάνω μια αιωνιότητα να φτάσω στον προορισμό μου
το ξέρω καλά το έχω ξαναδεί αυτό το έργο
πώς την πάτησα έτσι σαν πρωτάρα
εκείνο το γαμημένο φανάρι τα φταίει όλα
ήταν πορτοκαλί βλέπεις
και από πάντα είχα ένα θεματάκι με αυτό το χρώμα
δεν το κατάλαβα ποτέ ρε παιδί μου
τι σημαίνει πορτοκαλί δηλαδή;
να μου πεις πράσινο να το καταλάβω
είναι αυτό που σου λέει ξέχνα τα φρένα αρκετά με την αδράνεια πάρε φόρα πάτα το γκάζι και όρμα οι πόρτες είναι ανοιχτές και τα σκυλιά δεμένα
ή έστω κόκκινο
όπα σταμάτα ως εδώ μην πας παραπέρα που σου κόβει τα φτερά και κάθεσαι στ' αυγά σου
αλλά αυτό το πορτοκαλί μπερδεύει ρε γαμώτο
σε βρίσκει απροετοίμαστο ο,τι σε αναγκάζει να πάρεις ο ίδιος μια απόφαση
και ο χρόνος είναι τόσο λίγος που σε πνίγει το άγχος και κάνεις πάντα την πιο λάθος κίνηση που μπορεί να υπάρξει
με αποτέλεσμα -στην καλύτερη περίπτωση- να σκαλώσεις στη μέση της λεωφόρου παρακολουθώντας βασανιστικά τη μέρα σου να φεύγει χωρίς εσένα
ή -στην χειρότερη- να σκαλώσει πάνω στο κεφάλι σου το κολονάκι του πεζοδρομίου.

Τρου στόρι.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

εν αρχή ην το Πάρτι


Ήταν τέλος εποχής. Ο ήλιος ήταν τόσο δυνατός που σου έβαζε φωτιά. Όλοι είχανε μικρές φωτίτσες πάνω από τα κεφαλάκια τους. Ένα μεγάλο βουνό και τριγύρω πολλά πολλά δέντρα, κάτω χόρτα και χώματα. Δύο τεράστια μπαούλα σ' ένα ξέφωτο και κάτι μικροσκοπικά ανθρωπάκια που πήγαιναν πέρα δώθε και κάθε φορά που κυλιόντουσαν λίγο πιο γρήγορα, ο αέρας σήκωνε τα χώματα και οι φωτίτσες μεγάλωναν και έφταναν ψηλά ψηλά στον ουρανό.

-Η φωτιά σου είναι η μεγαλύτερη απ' όλες εδώ πέρα. Δεν φοβάσαι;

-Μην ψαρώνεις, οφθαλμαπάτη είναι. Απλώς κατάφερα να σε μαγέψω. Έπεσες στην παγίδα μου. Σε παρακολουθώ τόσο καιρό να ρίχνεις στο πλυντήριο κομμάτια της ψυχής σου και ύστερα να τα απλώνεις ανάποδα στο διαδίκτυο. Ρίξε λίγο ακόμα λάδι στη φωτιά μου μη σβήσει και έλα να παίξουμε.

Ήταν αρχή εποχής. Ο ήλιος άρχισε να δύει και η Αυγουστιάτικη πανσέληνος κάθισε αναπαυτικά στο θρόνο της. Οι φωτιές είχαν φουντώσει τώρα και χιλιάδες σπίθες ανακατεμένες με εγκεφαλικά κύτταρα σκέπαζαν τα χόρτα και τα χώματα. Τα μπαούλα μούγκριζαν ρυθμικά και τα ανθρωπάκια προσκυνούσαν σε κάθε τους προσταγή σε συχνότητα 180 bpm τουλάχιστον.

-Σου αρέσουν τα παιχνίδια; είπε ένα μικρό ανθρωπάκι σε ένα άλλο μικρό ανθρωπάκι. Τότε το δεύτερο έπιασε το πρώτο από το χέρι και άρχισε να τρέχει προς το δεξί μπαούλο της αλάνας.

-Ξαναπές μου εδώ, τι είπες;
-είπα, σου αρέσουν τα παιχνίδια;
-όχι, αποκρίθηκε λυπημένο.
-Μα γιατί; ρώτησε το πρώτο με απορία, γελώντας άγρια.
-Γιατί τα παιχνίδια είναι όλα για την εξουσία όπως και ο έρωτας καμιά φορά είναι ένα παιχνίδι εξουσίας.
-Καλά κατάλαβα χαζούλι ότι είσαι πολύ χαζούλι. Δεν είναι όλα τα παιχνίδια εξουσίας. Θέλεις ρε να παίξουμε; Πες την αλήθεια και σταμάτα τις υπεκφυγές.
-Εντάξει.

Τότε τα δύο αυτά ανθρωπάκια μπήκαν μέσα στα μπαούλα.
Σε διαφορετικά το καθένα. Το ένα μπαούλο ταξίδεψε εδώ και το άλλο μπαούλο εκεί.
Εν το μεταξύ φώναζε το ένα στο άλλο και καθώς τα χιλιόμετρα μεγάλωναν φώναζαν πιο δυνατά και πιο δυνατά.

Κάπου εδώ μέσα ίσως βρεις τις φωνητικές τους χορδές σπασμένες.

Δεν είναι ότι σώπασαν.
Απλώς μεταλλάχτηκαν σε ψηφιακά κύματα για να νικήσουν την απόσταση.

φερμουάρ-καφετιέρα-ασπρόμαυρη-τοίχο-δείχνω-παγωτό


όπως ένα χρόνο τώρα (από τότε που μετακόμισα) ξύπνησα από το ξυπνητήρι του γείτονα στις 3 μ. μ ακριβώς.
πάλι καλά που έχει ηχομόνωση αυτό το σπίτι.
πάλι καλά που τον ακούω τα βράδια να ροχαλίζει και νοιώθω ότι δεν κοιμάμαι μόνη μου. 

είναι περίεργο το ότι το ξυπνητήρι του χτυπάει στις 3, μήπως είναι και αυτός κανένας ρέμπελος σαν και μένα;
μήπως κάνει κάποια θεραπεία και πρέπει να πάρει το "χάπι" του στις 3 και 2 ακριβώς;
δεν έχω αλήθεια ιδέα τι του συμβαίνει
σήμερα μόνο τον άκουσα να μιλάει - γαμωσταυρίζει και να λέει

" κούμπωσε το φερμουάρ σου, πως θα βγεις έτσι; "

ακούστηκε δυνατά να κλείνει η πόρτα του "μάλλον" δωματίου του, τόσο δυνατά που τρόμαξα, τραντάχτηκα και μέσα στην τσαπατσουλιά μου έριξα την καφετιέρα που κρατούσα και έσπασε, προφανώς χύθηκε ο γαλλικός μου.
ξεκίνησα και γω τα γαμωσταυρίδια.
έβαλα ένα μπλου-τζιν (εκείνο που μου είπες ότι μου πάει) και την γνωστή σε όλους μας ασπρόμαυρη μπλούζα με τους beatles και βγήκα από το σπίτι να πάω να πάρω καφέ.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας συνάντησα τον γείτονα. Με προσπέρασε γρήγορα-γρήγορα και φευγαλέα με χτύπησε στον ώμο.
Η σχέση μας δεν είναι καθόλου οικεία δεδομένου ότι το μόνο που έχουμε ανταλλάξει είναι ένα "γεια" την πρώτη μέρα που ήρθα στην οικοδομή και από κει και πέρα ανταλλάσσουμε ροχαλητά, γαμωσταυρίδια, οργασμούς, βογκητά και κλανιές με έναν τοίχο ανάμεσά μας εδώ και έναν χρόνο.
θα έλεγα ότι είναι λίγο άβολα.
και θα έλεγα επίσης ότι δεν μου αρέσει που είναι άβολα.
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη που έχουμε στην είσοδο της οικοδομής , έφτιαξα λίγο τα μαλλιά μου, να δείχνω ωραία
και έτρεξα πίσω του και λαχανιασμένα του φώναξα

"ε περίμενε, θέλεις να πάμε για παγωτό;"




χθες το πρωί σηκώθηκα
αποφασισμένη
θα έκανα μια καινούργια αρχή

έβαλα Jun Miyake στην οδοντόβουρτσα
και έριξα αισιοδοξία στην καφετιέρα
-χωρίς ζάχαρη όμως
σαν τον καφέ που λες πως προτιμάς
κι ας καταλήγεις πάντα να πίνεις
από μένα

ξέθαψα και την ελπίδα απ' τη ντουλάπα
-ξέρεις μωρέ, από κείνο το συρτάρι
με τα εφηβικά ρούχα
που τα φοράω μόνο για πιτζάμες πια
την πρόβαρα
όμως
πρώτα στον καθρέφτη
για σιγουριά ότι δε δείχνω ασπρόμαυρη
σαν εκείνες τις παλιές ταινίες
χωρίς λόγια

τζάμπα κόπος βέβαια -το φερμουάρ δεν έκλεινε
και πάλι όμως δεν το' βαλα κάτω

θα αλλάξω τους τοίχους
σκέφτηκα
να μην υπάρχει τίποτα γύρω μου πια
να σε θυμίζει
στάθηκα, λοιπόν, όσο πιο πίσω
μπορούσα
πήρα φόρα και όρμηξα
άρχισα να ξεσκίζω την ταπετσαρία με μανία
μέχρι που τα νύχια μου μάτωσαν
και τα ηχεία σκάλωσαν
στο ίδιο κουπλέ
στο τέλος δεν είχε μείνει τίποτα
πέρα από μούχλα
και σοβάδες

τώρα πρέπει να τον ξαναβάψω
σκέφτηκα
πήρα πινέλο και μπογιές
και ζωγράφισα ένα τεράστιο παγωτό
-σαν εκείνο που σε κάνει να χαμογελάς
ακόμα και στη χειρότερη μαυρίλα σου

να σε ξεχάσω δεν κατάφερα
βέβαια
αλλά μια ανακαίνιση δεν έβλαψε ποτέ
κανέναν