Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

ξεσκαρτάρισμα

Αποφάσισα να κάνω ένα ξεσκαρτάρισμα στη ζωή μου. Να κρατήσω μόνο ότι μου χρειάζεται , μόνο ότι είναι απαραίτητο. "Τι γενικούρα!" , θα σκεφτείς. "Πόσο (και καλά) ψαγμένο και μπράβο σου", θα πεις και θα γελάσεις ειρωνικά και δυνατά. Κι όμως, το πρωί που ξύπνησα πέταξα το πάπλωμα από το κρεβάτι στο πάτωμα, μετά έβγαλα όλα μου τα ρούχα και τα εσώρουχα και τα πέταξα από το μπαλκόνι. Πήγα στην κουζίνα πήρα μια σακούλα σκουπιδιών και πέταξα ότι χαλασμένο υπήρχε στα ντουλάπια και στο ψυγείο. Άνοιξα την κατάψυξη και βρήκα ένα τασάκι. Ήταν ένα από τα δώρα σου από κάποιο ταξίδι σου. Το χα κρύψει εκεί για να μην το βλέπω. Ήξερες ότι σιχαίνομαι τα τασάκια και ότι δεν έχω βάλει ποτέ τσιγάρο στο στόμα μου. Το μόνο τασάκι που ερωτεύτηκα και μου άρεσε να το γλύφω , ήταν το στόμα σου, κάποια βράδια που από το άγχος σου κάπνιζες τουλάχιστον 2 πακέτα κάμελ. Το πέταξα κι αυτό, τελικά. Έφτιαξα τη χωρίστρα των μαλλιών μου, στο πλάι, έτσι τυφλά, μέσα στην αμηχανία μου και τότε σκέφτηκα κάτι και γέλασα δυνατά. Ήμουν σίγουρη πως μοιάζω με εκείνον τον παπά που έμενε στο δίπλα διαμέρισμα από το δικό σου και κάθε πρωί μας έλεγε μια ιστορία για κάποιον Εβραίο. Πέταξα και αυτή την ανάμνηση στα σκουπίδια και περιφερόμουν μέσα στο σπίτι. Έφτασα στη ντουλάπα του δωματίου μου, σκέφτηκα να την πετάξω ολόκληρη μαζί με το έπιπλο. Πέταγα , πέταγα και πέταγα, τα ρούχα από το μπαλκόνι. Η ντουλάπα έμεινε άδεια. Μπήκα μέσα της γιατί γυμνή όπως ήμουν κρύωνα. Με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα τρομαγμένη από το χτύπο του κινητού μου. Ήταν λέει το ταξί που είχα καλέσει πριν δύο ώρες. Παρακάλεσα τον κύριο ταρίφα να περιμένει ένα-δύο λεπτά ωσότου ντυθώ και κατέβω. Έψαχνα να βρω κάτι να φορέσω αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Τότε σκέφτηκα πως είχα κρύψει το μαγιό σου στο φούρνο, το φόρεσα και βγήκα. Μπήκα στο ταξί και ο ταξιτζής φαινόταν περίεργος, κοιτούσε επίμονα το γυμνό μου στήθος , είχε γουρλώσει τα μάτια και είχε γίνει κατακόκκινος . Τον ρώτησα αν είναι καλά, άρχισε να παρανοεί να μου φωνάζει και να μου λέει ότι έχω θράσος του είπα ότι πρέπει να κάνει τη δουλεία του και να με πάει όπου του ζητήσω και του ζητούσα να με πάει στο παρελθόν. Είχα να το σκοτώσω και να το πετάξω στα σκουπίδια μαζί με τ' άλλα πράγματα. Μου τσίριξε ότι δεν είναι χρονομηχανή και με πέταξε έξω με τη βία. Χτύπησα το γόνατό μου και ακόμη με πονάει. Αν του δώσεις ένα φιλί με διάρκεια , θα μου περάσει. Αυτό έκανες κάθε φορά που χτυπούσα κάπου και αν με είχε πάει αυτός στο παρελθόν θα πετούσα αυτή την άχρηστη ανάμνηση και δεν θα σε έψαχνα τώρα. 
Σηκώθηκα όπως όπως και περπάτησα κουτσαίνοντας μέχρι την κοντινότερη στάση του μετρό.
Θυμόμουν ότι εκεί μέσα υπάρχουν τεράστιες κυλιόμενες σκάλες που σε μεταφέρουν στο χώρο χωρίς εσύ να κάνεις τίποτα. Ίσως εκεί βρω αντίστοιχες που σε μεταφέρουν στο χρόνο.
Τις κατέβηκα όλες, μία μία, αλλά δεν άλλαξε κάτι. Απογοητευμένη πήρα τον πρώτο συρμό για να δοκιμάσω και στην επόμενη στάση. Μέσα στο βαγόνι καθόταν ένα ζευγάρι μεσηλίκων.
Η κασέτα στο μεγάφωνο είχε κολλήσει και εκφωνούσε συνέχεια την ίδια στάση. Στην επόμενη στάση ο άντρας σηκώθηκε για να βγει.
'Άντε πάμε!' είπε στη γυναίκα.
'Μα όχι' του απάντησε εκείνη 'δεν άκουσες τι είπε η κυρία; Έχουμε ακόμα...'
Και κάπως έτσι, που λες, βρήκα πώς α-συγχρονίζεται ο χώρος με το χρόνο και από τότε έχω μείνει καρφωμένη στο βαγόνι με το αυτί κολλημένο στο μεγάφωνο που παίζει ξανά κ ξανά τη λούπα της ίδιας στάσης.
Και ούτε το γόνατο πονάει πια ούτε σε ψάχνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου