Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

γέρνω φυσικά κουτί μάνταλα καρπούζι νερό


γέρνω προς τα κάτω
από τη μέση και πάνω
στην άκρη του μπαλκονιού σου
μπας και ζαλιστώ απ΄ την ακροφοβία
και την ακούσω δωρεάν

φυσικά δεν πιάνει πάντα
αλλά πάντα με πιάνει η μέση μου
και ξεμένω εκεί για μια-δυο ώρες

ξερνάω ένα καρπούζι κατακόρυφα
στο κεφάλι κάποιου περαστικού
του ρίχνω νερό για να καθαρίσουμε
αυτός από τα σπόρια
εγώ απ' τις ενοχές μου

κρύβομαι στο σπίτι σου
σφραγίζω όλα τα μάνταλα
ψοφάω στο κουτί μου



Φυσικά και κανένα τέλος δεν γνωρίζει ορθογραφία, του είπα , πάρε παράδειγμα εμένα θέλω να γίνω ποιήτρια και είμαι ανορθόγραφη, γέλασε.
Μη γελάς, του είπα, δώσε μου ένα ποτήρι νερό να συνεχίσω, μάλλιασε η γλώσσα μου να προσπαθώ να σε πείσω πως η ζωή και ο θάνατος είναι ανορθόγραφοι όπως και εγώ, είναι απρόβλεπτοι, όπως και εσύ. Γέρνω ή γερνώ τι σημασία έχει πού τονίζεται.
Όταν γύρισε από την κουζίνα είχε κόψει κομματάκια καρπούζι και είχε βάλει στο καθένα μια οδοντογλυφίδα.
Πρέπει να βαριέσαι πολύ για να το κάνεις αυτό, του είπα και γέλασε.
χάιδεψα τα δάχτυλά μου τα ζωγραφισμένα στο σώμα του μάνταλα. έκλεισα επιτέλους το κουτί με τις μαλακίες και τον έριξα στο κρεβάτι.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου